μικρός δακτύλιος

Image

          ” Το όνομά μου είναι deny”

Διαβάζω βιβλία. το ένα μετά το άλλο αχόρταγα. καμιά φορά άμα πέσω πάνω σε κάνα πραγματικά καλό περνάω μέρες ολόκληρες γυρνώντας σελίδες. ξεχνάω να βγω ακόμη και να φάω. η πραγματική ζωή (όλα αυτά που συμβαίνουν και που οι άνθρωποι μιλούν γι’ αυτά σαν να είναι πράγματα που συμβαίνουν) φαντάζει τόσο μακρινή ρηχή κι αδιάφορη βαριέμαι ακόμη και να βάλω τα παπούτσια μου. η ανάγνωση είναι η μεγαλύτερη ανακάλυψη.

       ” Φύλιον Πυρ”
Ότι και να πεις, το Φίλιον παραμένει από τα πιο ενδιαφέροντα μέρη του κέντρου. Οι παλιοί ομνύουν στο όνομα του Dolce, κάτι θυμάσαι κι εσύ από εκείνη την εποχή, πιστεύεις όμως ότι πρόκειται απλώς για νοσταλγία. Υπάρχουν άνθρωποι, η μεγάλη πλειοψηφία δηλαδή, που δεν τους το βγάζεις από το μυαλό ότι αυτό που προηγήθηκε υπήρξε λαμπρότερο, καλύτερο, σημαντικότερο από ότι ακολούθησε. Το Φίλιον πάντως είναι μια χαρά. Πουθενά αλλού δεν ανακατεύονται με τέτοια ράθυμη ευθυμία πολιτικοί, δημοσιογράφοι, συγγραφείς, εκδότες, ηθοποιοί, άσχετοι, σκηνοθέτες, περαστικοί, επιχειρηματίες, αργόσχολοι. Έχει μακράν τα καλύτερα γκαρσόνια στην Αθήνα, αφού άλλωστε είναι από τα λίγα καφενεία όπου συναντάς τα ίδια γκαρσόνια επί δέκα συναπτά έτη.
Όπως τον Ηρακλή, για παράδειγμα, πυλώνα του καταστήματος, ή τον Τόλη. Ή τον γλυκύτατο κύριο Κώστα, που βγήκε εδώ και λίγα χρόνια στη σύνταξη. Δυστυχώς όμως κάποιοι λείπουν. Ο Φαληρέας οριστικά. Ο Βακαλόπουλος αμετάκλητα. Αυτά όμως είναι νοσταλγία, κι έχουν καταγραφεί σε άλλα βιβλία. Εξακολουθεί να συχνάζει βέβαια ο Χωμενίδης, συμπάθεια του Τάσου, μα ούτε κι αυτό είναι πρόβλημα..
     “Ο Σωσίας του Κωνσταντίνου Τζούμα”
 Τύχαινε συχνά να βλέπω τον σωσία του Κωνσταντίνου Τζούμα να σουλατσάρει στο Κολωνάκι, με την ψιλόλιγνη φιγούρα και το χαρακτηριστικό του βάδισμα που δίνει την εντύπωση πως αιωρείται λίγα εκατοστά από το έδαφος. Έτσι όπως κατέβαινε από τα ορεινά σοκάκια του Λυκαβηττού, με κατεύθυνση συνήθως τα πεδινά της Σκουφά, το πιθανότερο θα είναι να απογειωθεί κάποια στιγμή πραγματικά από το έδαφος, όχι πολύ, είκοσι με τριάντα εκατοστά, όσα ακριβώς χρειάζονται ώστε ορισμένα επηρμένα βλέμματα να στραφούν, να αναγνωρίσουν το θαύμα..
“μικρός δακτύλιος” . Κώστας Κατσουλάρης. Εκδόσεις ελληνικά γράμματα.
image
Αθηναικές ιστορίες. Βγαλμένες μέσα από ονειρικά ταξίδια και σουλατσαρίσματα κυρίως στο κέντρο της Αθήνας. Ο Kώστας Κατσουλάρης, με αυτο το μονορούφι αφήγησης, σε βάζει στην θέση του συνοδηγού στην καταγραφή καθημερινών γεγονότων που συνέβησαν ή δε συνέβησαν ποτέ. Σε κάποια από αυτά μπορεί να ήσουν κι εσύ εκεί τριγύρω. Σε άλλα, δεν ήσουν, αλλά στα διηγήθηκε κάποιος ένα βράδυ πίνωντας ποτά σε κάποια ξύλινη μπάρα της πόλης. Όπως και να χει, το θέμα μας είναι η ανάγνωση. Η αυτοκάθαρση μέσα από τις λέξεις.
Advertisements

Τα φώτα της Πόλης

Image

Συμμετρικά,

 θα γυρίσουμε τον χρόνο πίσω

στις μυρωδιές εκείνες που μας έκαναν να πιαστούμε χέρι χέρι.

Περπατώντας..

γύρω από το μεγάλο σπίτι,

πίσω από το σινεμά.

Κοίτα!!

Η Ακρόπολη από αυτό το σημείο φαίνεται πιο λαμπερή από ποτέ!!


Το Στοίχημα

Image

Φλωρεντία, 16 Ιουλίου 1998

Το ρολόι έδειχνε μεσημέρι. Μια τελευταία στάση έμεινε. Μπολόνια και μετά είμαι μόνος μου. Εγώ και οι αντοχές μου. Οι αντοχές μου στα πάντα.

Ο Μηνάς θα με φιλοξενούσε κάποιο διάστημα μέχρι να έβρισκα δουλειά. Με είχε συστήσει σε ένα φίλο του αρχιτέκτονα το προηγούμενο καλοκαίρι που είχε έρθει στην Αθήνα για διακοπές, ο οποίος έχει γραφείο στην Φλωρεντία και είχαμε κανονίσει συνάντηση.

Μ’ αρέσει όταν ταξιδεύω σε ξένη χώρα. Είναι αυτή η απόλυτη ανωνυμία που σε κάνει να νοιώθεις ελεύθερος, ικανός να ζήσεις και να απολαύσεις ακόμα και την παραμικρή λεπτομέρεια του καινούργιου σου τόπου, του άγνωστου.

Και ξαφνικά, σαν απρόσμενη παραίσθηση, σαν καλοκαιρινή μπόρα, έρχονται τα πάνω κάτω και δεν σκέφτεσαι το δύσκολο ίσως μέλλον και τα βιοποριστικά προβλήματα που πιθανόν θα παρουσιαστούν, παρά αφήνεσαι στις στιγμές που θα έρθουν και βυθίζεσαι στην κινούμενη άμμο, ανακαλύπτοντας τα περίεργα μονοπάτια αυτού του πράγματος που λέγεται έρωτας.

Την θυμάμαι. Μαζί βγάλαμε τα εισιτήρια από τον Σταθμό Σεντράλε στο Μιλάνο. Ο αέρας ήταν πολύ δυνατός εκείνη την μέρα και έτσι η πρώτη μας επαφή, ήταν όταν κυνήγαγα το εισιτήριο που μου έφυγε από τα χέρια σε όλη την αποβάθρα σαν τρελός. Πέφτοντας πάνω της με ατσαλοσύνη, αντίκρισα το πρώτο της βλέμμα. Καθαρό, σαν την πιο μαγευτική θάλασσα, ευθυτενές, έμπλεο εμπειριών έτοιμο να σε υποδεχτεί για ταξίδι. Καστανόξανθα, κυματιστά μαλλιά, που έπεφταν τέλεια πάνω στο αδύνατο αλλά με ένταση κορμί της.

Τελικά το εισιτήριο το έπιασα, παρόλο που στην συνέχεια το μετάνιωσα..

Μας χώριζαν τρία βαγόνια της υπερπολυτελούς ταχείας αμαξοστοιχίας.
Καθ’ όλη την διάρκεια του ταξιδιού, σηκώθηκα τουλάχιστον 2-3 φορές για να πάω τάχα μου στο μπάρ, ώστε να περνάω από μπροστά της. Φανταζόμουν να ήμουν οι σελίδες από το βιβλίο που διάβαζε ώστε να είχα συνεχώς αυτά τα μάτια κολλημένα επάνω μου.

Είχα γίνει λίγο υπερβολικός!

Ήταν ωραία πάντως… η υπερβολή.

«Έχεις σκεφτεί τι θα γινόταν αν έχανες το εισιτήριο;».  Σηκώνοντας το κεφάλι την είδα στην απέναντι θέση.

«Εε;». Απάντησα με το ύφος του πιο βλάκα τουρίστα που ταξίδευε εκείνη τη στιγμή στη γη…

«Έχεις αναρωτηθεί ποτέ αν τα πράγματα που συμβαίνουν στην ζωή μας τα ελέγχουμε εμείς οι ίδιοι;». Συνέχισε αυτή.

Ήταν η στιγμή που έπρεπε να ξυπνήσω!
Να δραστηριοποιηθώ και να σταματήσω να την κοιτάω σα χάνος..

«Εσύ έχεις αναρωτηθεί ότι σε σκέφτομαι συνεχώς από την ώρα που έπεσα πάνω σου στην αποβάθρα;». Απάντησα επιβλητικά, κρύβοντας την αδυναμία μου μπροστά στα μάτια της..

«Ναι. Το σκέφτηκα! Μετά την τρίτη βόλτα από το βαγόνι μου, δήθεν ότι πας στο μπαρ, αναρωτήθηκα αν είσαι Έλληνας όπως  πίστευα και σκέφτηκα ότι μπορεί να κάνεις καλό σεξ..

«Λουκάς»

«Μαρία, χαίρω πολύ»

«Και για πες, τι άλλα ξέρεις για μένα;»

Το μπαράζ ερωταπαντήσεων συνεχίστηκε μέχρι την Μπολόνια. Στην πορεία ξεγυμνωθήκαμε…

Την ρώτησα και για το τατουάζ που διέκρινα στον καρπό της..

«Είναι ένα χελιδόνι. Μ’ αρέσουν τα χελιδόνια γιατί μ’ αρέσει κι εμένα να ταξιδεύω το φθινόπωρο. Γενικά μου βγάζουν μια ελευθερία»

Όσο πιο πολύ μιλάγαμε τόσο πιο πολύ άνοιγε το κουτί με τα προσωπικά μας.   Ήταν πολύ μυστήρια ύπαρξη. Ήταν δημοσιογράφος σε μια τοπική εφημερίδα του Ναυπλίου όπου και ζούσε τα τελευταία πέντε χρόνια. Κατέβαινε στην Φλωρεντία και θα έφευγε για Σιένα αφού είχε αναλάβει ένα άρθρο για την επαρχία της Τοσκάνης. Εγκατέλειψε την Αθήνα μετά τον επεισοδιακό χωρισμό με τον άντρα της, όταν ανακάλυψε ότι διατηρούσε σχέση με μία πολύ μικρότερη συνάδελφό του. Από τότε, έχει αφιερωθεί στην δουλειά της, αναθεωρώντας την άποψή της για τον γάμο, τις σχέσεις και τον έρωτα.

Είχε γνώμη για τα πάντα. Επιχειρηματολογούσε για διάφορα θέματα με αυτοπεποίθηση και στήριζε τις απόψεις της με παραδείγματα από την ζωή της και διάφορα τσιτάτα μεγάλων φιλοσόφων και ανθρώπων του πνεύματος. Με κοίταγε με τα μεγάλα μάτια της, κάνοντάς με να την ερωτεύομαι όλο και πιο πολύ.. Κάποιες φορές όμως ήταν πολύ επίμονη στις απόψεις της που σε εκνεύριζε.

Κάπως έτσι φτάσαμε στο μοιραίο..

«Δεν υπάρχει έρωτας. Ο έρωτας είναι μια ιδέα που νομίζουμε ότι τον ζούμε, αλλά στην ουσία μας ταλαιπωρεί και μας διαλύει στο τέλος»

«Νομίζω είσαι υπερβολική. Δεν έχεις ερωτευθεί δηλαδή;»

«Ναι. Αλλά δεν έπρεπε. Πλέον ελέγχω πότε θα ερωτευθώ και πότε όχι. Είναι ένα παιχνίδι. »

«Μα τι λες; Αυτά δεν τα κανονίζεις. Έρχονται από μόνα τους»

«Πας ένα στοίχημα;»

«Τι εννοείς;»

«Μπορώ να σε κάνω να με ερωτευτείς. Να ζήσουμε αυτόν τον περίφημο έρωτα που λες, με το που κατέβουμε από αυτό το τρένο. Να αφεθούμε και ότι προκύψει! Δέχεσαι;»

IMG_2117

Είχε περάσει ένας μήνας. Ένας μήνας που δεν κάναμε τίποτε άλλο από το γυρνάμε στην πόλη της Αναγέννησης, να πίνουμε κρασιά, να τρώμε σαλάμια και τυριά , να αγκαλιαζόμαστε, να φιλιόμαστε, να κάνουμε σεξ και να ερωτευόμαστε. Ή τουλάχιστον να ερωτεύομαι..

Είχε συνεννοηθεί με την δουλειά ότι θα αργήσει να επιστρέψει, αλλά θα τους αντάμειβε με μπόλικο υλικό όταν γύρναγε.

Τα πρωινά, εγώ πήγαινα στο γραφείο και έκανα δουλειές του ποδαριού για αρχή, μέχρι το μεσημέρι που τελείωνα και έτρεχα να την βρω μέσα στην πόλη ή κάπου στα περίχωρα και μέχρι να μας πιάσει το βράδυ, κάναμε βόλτες και ερωτευόμασταν!

Είχα νοικιάσει προσωρινά μια ετοιμόρροπη σοφίτα κοντά στο Ντουόμο και μέναμε εκεί.

Είχα αποβάλλει τελείως την σκέψη του στοιχήματος. Κοιταζόμασταν στα μάτια και βλέπαμε πραγματικά ο ένας τον άλλο.

Μέχρι που μια μέρα, τελειώνοντας από το γραφείο, δεν την έβρισκα στο τηλέφωνο. Δεν συναντηθήκαμε πουθενά. Πριν νυχτώσει, γύρισα σπίτι και λείπανε όλα της τα πράγματα. Αντίκρισα μόνο ένα ποτήρι με το μισοτελειωμένο γάλα της, που έπινε κάθε πρωί, ένα στρωμένο κρεβάτι, κάμποσα τριαντάφυλλα που της είχα πάρει κάποτε σκορπισμένα στο πάτωμα και μια απαίσια ησυχία που μου υποδείκνυε την ήττα μου…

Prego..!!

Αθήνα, 24 Σεπτεμβρίου 2012.

Έχει αρχίσει και βρέχει..

Κάθομαι σ’ ένα καφέ στην Ομήρου και περιμένω κάτι αρχιτεκτονικά σχέδια από έναν πελάτη για μια καινούργια δουλειά.
Λένε, ότι ο χρόνος, η πέτρα και ο λόγος δεν γυρνάνε πίσω..
Κοιτάω έξω από το τζάμι την βροχή και ξαφνικά μου έρχεται στο μυαλό εκείνη η καλοκαιρινή καταιγίδα που μας είχε πιάσει έξω από Παλάτι των Μεδίκων και μου έλεγε πόσο της άρεσε η μυρωδιά του χώματος στα πρωτοβρόχια…

υ.γ (γραμμένο για τον 3ο Διαγωνισμό διηγήματος ΛογωΤέχνης)


Γιορτή

Γιορτάσαμε. 
Στρώσαμε ξανά κόκκινα τραπέζια. 
Τα μάτια της κουζίνας πήραν φωτιά. Ξανά. Μαζευτήκαμε με τους συγγενείς και είπαμε τα νέα μας. Φιληθήκαμε. Ανταλλάξαμε δώρα και χαμογελάσαμε. Ή τουλάχιστον προσπαθήσαμε. Γιατί έπρεπε. Έπρεπε να χαρούμε, έπρεπε να γιορτάσουμε, να πάρουμε τηλέφωνα, να ευχηθούμε και να πάμε στα σπίτια που μας κάλεσαν. Να εξομολογηθούμε και να πιούμε μπύρες στα στενά, κρυφά. Με ένα τσιγάρο και οι δύο. Κοιτώντας τα φωτιστικά πάνω από το κεφάλι μας. 

 Ύστερα, κατεβήκαμε στο κέντρο και τις δύο Κυριακές να χαζέψουμε τα καταστήματα και αυτά που δείχνουν οι ειδήσεις. Τους άστεγους με τις κούτες τους στα λαδωμένα στενά γύρω από την Αθηνάς. Τους επαίτες, σε κάθε μικρό στενό που σε κοιτάνε και τους κοιτάς με άλλο μάτι πλέον. Πιο αποφασισμένοι και οι δύο. Το βλέμμα αλλάζει όταν έρθουν τα δύσκολα. Γίνεται καθαρό. Στεγνό και ξεγυμνωτικό. Δεν χωράει παρεξηγήσεις. Οι παρεξηγήσεις κοστίζουν. Και δεν έχεις. Τίποτε.

Αλλάξαμε χρόνο γιατί ο παλιός λέει, ήταν αλήτης, ψυχοφθόρος και αποκαλυπτικός. Μας στέρησε τα χρήματα μας. Το 12’ ήταν κακό. Να φύγει. Οι κακοί οι Γερμανοί, ήρθανε στο πάρτυ μας, απρόσκλητοι και άρχισαν να μας παίρνουν τις σαμπάνιες από τα χέρια. 
Λέει ότι ήπιαμε παραπάνω από ότι μπορούσαμε. Μα καλά, δεν ξέρουν ότι ο έλληνας είναι γερό ποτήρι και δεν καταλαβαίνει από τέτοια; Μας διώξανε και από το σπίτι που γινότανε το πάρτυ. Λέει δεν ήταν δικό μας, ήταν του γείτονα. Μα καλά, αφού τα κανονίσαμε εμείς με τον γείτονα! Δεν ξέρουν ότι οι έλληνες είναι ανοιχτοχέρηδες και καλόκαρδοι με όλους;
Και έτσι βρεθήκαμε στον δρόμο. Χωρίς σαμπάνιες και πυροτεχνήματα. Μόνοι μας, να περιμένουμε να αλλάξει ο χρόνος να έρθει ο άλλος, ο καλύτερος. Γιατί έτσι είμαστε. Έχουμε μάθει να πιάνουμε τις στιγμές και να τις κάνουμε φως. Όπως εκείνη την μέρα των Χριστουγέννων αν θυμάστε. Που ο ήλιος ήταν τεράστιος και μαζευτήκαμε το μεσημέρι, όλοι, στα τραπέζια, πάνω από τα κρέατα και τις σαλάτες και γελάγαμε δυνατά!!!

Perfect Friday afternoon..

“CHOCOLATE”

It had been the perfect Friday afternoon,
the job was almost done.
The house we were decorating was owned by a little old man,
forever in the same three piece suit he’d probabbly had since he was demobbed.
He seemed to be forever on his way to the post office,
carrying brown paper ansd string wrapped parcels under his arm.
He’d bring us out china cups of camp coffee and plates of custard cream biscuits.
The house had belonged to his parents who had both passed away within weeks of each other, a few years back.
They were the only people he had ever lived with, this was the only house he had ever lived in.
I wondered what would happen to the house when he’s gone.

It was a short walk to my bedsit, once a similar house to the old man’s, now broken into lots of single room accomodation.
It also once had a great garden like his, now occupied by one-storey modern block building, containing the dentist and chiropodist.

In my room was an electric cooker, which I only used in winter to keep warm,
next to that was a sink with a glass shelf above it, on which was a toothbrush and carton of marlboro’s.
There was a table with a chair in one corner, a single bed in the other, and about four sq ft in the middle.
There was a wooden drawer under the bed with most of my clothes in, the rest was over the back of the chair.
I had a record player on a table and boxes of records underneath.
The bathroom for the first and the second floor was opposite my room,
it had a meter for the water which took two 50pence pieces, you’d have to wait half an hour for the water to heat up, and keep an eye on the door in case some sod pinched your bath.
There was one toilet upstairs and one outside, but no one used the outside one anymore, so it was where the local prostitutes would take their clients for a quickie.
I’d spend as little time as I could in my room, my skin was still warm and soft from the bath as I walked into town.

So I was sat on my usual bar stool in my usual pub by 6.30, the usual twelve or so regulars in at this time of the evening, nice and relaxed before the post 8.00 crush, we’d crowd around the tiny bar then pool tables, the house rule for fool was winner stays on, you’d chalk your name on the balckboard, and wait your turn. The challenger would pay for the game, so if you were good, you ‘d play all night.Tonight I was great.
She walked into the pool room just as I potted the black, the next name on the list, bent down to the slot on the table and put coins in.
I was used to seeing her surrounded by burgundy flocked wallpaper and red velvet upholstery in the sunday night pub around the corner; she looked different stood here in the pool room, she looked good, she was looking at me.
I ended the game as quickly as I could, without losing badly and stood near her.
“Would you like a drink?”, she asked. “I get them. What do you want?” I replied. “The same as you’re having”, she said.
The great thing about being a regular when the bars turned deep is it only takes a raised eyebrow and a couple of nods, and two bottles of Holster Pils had been passed over people’s heads to you. We did the pool room dance for a while, moving to” excuse me”‘s bending around elbows and pool cues until we decided to move on
It was too early to go to the club, so we went around the corner to the Sunday night pub. It was still quite busy on a Friday night, full of couples and students. It had a reputation as a gay bar, probably why the students came in, to feel safe.
She was my dream, we drank pernod and blacks, talked about John Barry, Ford Cortinas (she preferred the Mark 3), what was best: gel or Brylcream? I preferred the Brylcream.
She even agreed On Her Majesty’s Secret Service was the best Bond film, if you accept it as a whole and not just get hung up about George Lazenby.
She smoked Silkcuts, she didn’t mind Marlboros, but we both had a fondness for Old Port cigars
We moved down to the club. Upstairs for a couple of onion bhajis went down to the quiet bar, near the dance floors.
We decided to leave early, you wouldn’t want to be there in the end, when the lights came on. You’d never sit down in here again. In a depressing shuffle we pushed to the door, now it was good to get up and out, while it was still a black hole, warm, and smokey, full of possibilities…

She lived by the river, the other side of town, queue for taxis was hell as usual, next to the late night chippy, the worst chips you could buy, but at this time of night, full. Outside fights and throwing up. We jumped in the taxi, nothing mattered but us.
Back at hers, a bedsit in a house similar to mine, she’d done something, painted three walls, put up some old fifties star wall paper, a big Bowie poster and some nice curtains, it would be easy for me to change my woodchip magnolia bedsit standard. Afterall, it was my job. She had a few lamps here and there were some candles. She made us proper hot chocolate, not the instant shit you get from the machine. She had Fox’sbiscuits and a small bottle of Cointreau, too. The end of a perfect day. The taste of chocolate, cigarette, and orange liqueur made it even seem better. I undid her tartan miniskirt, pulled off her black wool tights, my lips moved up her legs… What the fuck? I had a large hard dick poking me in the eye. “Shit! you’re a chap!” I felt like jumping through the window, screaming, I couldn’t move…
She… he…still looked the same… I had a pain in my head, I wanted to do something, say something…
He was holding me, sobbing… “you must have known, how could you not tell?” And “I love you, I can be your woman…” His eyes were still beautiful, deep brown, his lips still chocolatey and orangey.
“Shit!” I said, “I was never a breast man, anyway…”

 

Κάτσε να σου πω

Καθισμένος στο παγκάκι απέναντι απ’ το γκρίζο θα παρατηρήσω την ημέρα και θα την ξεσκεπάσω.
Παλιός χρόνος και νέος θα συγκρουστούν μέσα μου λησμονώντας το χθες. Ήλιος, που έμπαινε μέσα στα σπίτια μας και μας ξετίναζε με χαρά και γλέντι.

Ένας πόλεμος πλέον μεταξύ ασκήμιας και ομορφιάς.


 Όσο περνούν οι μέρες, τα όνειρα μικραίνουν. Οι βόλτες πρέπει να γίνουν συχνότερες. Έχουμε ανάγκη από βόλτες και περπατησιές, μόνοι μας ή και με παρέα. Να ανακαλύψουμε την πόλη και θα έρθει και η ανακάλυψη του εαυτού μας σιγά σιγά. Γιατί τα βάρη πλέον είναι πολλά και δυσκολεύουν τα βήματά μας. Βέβαια, μου είχες πει κάποτε, ότι αγαπάς τα άγχη γιατί με την απαλλαγή τους λυτρώνεσαι. Αλλά πλέον δεν ξέρω τι να ακούσω και τι να πιστέψω. Κλείνω τα αυτιά  μου και εμπιστεύομαι μόνο τα μάτια μου και τις μνήμες..


Χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια και σημαίες του Ελλαδιστάν στις βρώμικες πλατείες. Ιδρωμένα μουστάκια και ζεστές κρεατόπιτες σε σκοτεινά στενά. Μεσήλικα ζευγάρια που τελειώνοντας τον μεσημεριανό ύπνο τους κάθονται αμίλητοι ο ένας απέναντι από τον άλλον και πίνουν τον καφέ τους. Φωτογραφίες εκτυπωμένες σε αλουμίνιο.  Καρτ ποστάλ από την Ιταλία με ερωτικές λέξεις και αποτυπωμένες εικόνες από ιπποδρομίες στην καρδιά της Τοσκάνης. Φωταψίες, περιμετρικά του εξοχικού, που κρατούσαν συντροφιά, τώρα τα κλείνεις άρον άρον.  Βιαστικά, αγχώδη. Και θυμάμαι κάποιες νυχτιές που το αερόθερμο δεν άναβε και δεν νοιαζόμασταν, γιατί δεν κρυώναμε, μας ζέσταινε το κρασί. Και βλέποντας τις αγαπημένες μου ταινίες,  θέλαμε να φύγουμε, να κυνηγήσουμε το όνειρο. Κάπου μακριά αλλά κοντά. Μαζί, αλλά χώρια. Αύριο, μεθαύριο, σε έναν μήνα, του χρόνου, κάτσε να το συζητήσουμε..


Οι μέρες του τίποτα παραμονεύουν, χτυπάνε την πόρτα και εσύ πρέπει να κάνεις πως δεν ακούς. Ίσως πρέπει να αλλάξεις πόρτα, να αλλάξεις αυτιά, να αλλάξεις σπίτι, να αλλάξεις περιοχή, να αλλάξεις χώρα. Η χώρα του τίποτα σε κυβερνά. Η  μισή Αθήνα έχει γαμηθεί. Δεν σε ενδιαφέρει. Δε θα είσαι εσύ που θα μαζέψεις τα τελειώματα από το άτιμο κορμί. Η άλλη μισή Αθήνα, κάνει την τσατσά και εσύ κοιτάς αυτούς που βγαίνουν κουμπώνοντας περήφανα το παντελόνι τους. Δε σε ενδιαφέρει πια, γιατί εσύ δεν ήσουν μέρος του οργίου.


Σταχυολογώντας το σήμερα, συνειδητοποιείς ότι περνούν οι μέρες και καθόμαστε ανήμποροι, κωπηλατώντας αντίθετα στο κανάλι της ευτυχίας..


 





Nοσταλγώ

 
 
 
 
Καθώς παρατηρώ τους ΝεοΑγανακτισμένους που ανηφορίζουν για να βρίσουν αυτή την κακιά, άσχημη, ανέραστη Καγκελάριο που αυτή φταίει για όλα, μονολογώ..
Παραφράζοντας τον Θωμά Γκόρπα,
Νοστάλγησα κυριακάτικα κόκκινα στρωμένα τραπέζια στο σπίτι μας, με την μάνα μου να χαμογελά και τον πατέρα μου να μιλάει δυνατά, κατακόκκινος απ’ το κρασί και από πίσω να παίζει το μαγνητόφωνο.
Νοστάλγησα τα Πάσχατα στο χωριό, τα δυναμιτάκια και τα γδαρμένα γόνατα από το ποδήλατο.
Νοστάλγησα τους θείους και τις θείες που σε τίποτε δεξιώσεις και συνευρέσεις μου βάζανε στην τσέπη δεκαχίλιαρο, να πιω μια μπύρα ή να κεράσω την γκόμενα καφέ.
Νοστάλγησα  τα πρώτα κάμελ που έκρυβα στην γλάστρα για να μην τα βρούνε στο σπίτι γυρνώντας από το σχολείο.
Νοστάλγησα τις βόλτες στο Λυκαβηττό και την βαβούρα από τα μπαλκόνια τριγύρω.
Νοστάλγησα το Pigalleστην Πατησίων και τους καπνούς πάνω από τα μπιλιάρδα με τις τρίσποντες.
Νοστάλγησα όλα εκείνα τα κοριτσόπουλα που όταν τα φίλαγες κλείνανε τα μάτια.
Νοστάλγησα τις νύχτες σαν φοιτητής και τις ταινίες που βλέπαμε στην μικρή 14άρα Philips.
Νοστάλγησα το χιλιάρικο που σε έκανε βόλτα στα Εξάρχεια και σου’μεναν και ρέστα.
Νοστάλγησα να κάθονται γριές στα σκαλιά των πολυκατοικιών.
Και πιο πολύ νοσταλγώ τον ήλιο, που νομίζω είναι διαφορετικός τώρα.
Κι οι μυρουδιές έχουν αλλάξει.
Άσπρο και μαύρο μαζί. Το καινούργιο γκρι παντού.
Και συνεχίζω να μετράω τις αντοχές.
Προσπαθώ να διασχίσω μια σήραγγα  και να βγω στο φώς ή προσπαθώ από το σκοτάδι των ημερών μας, να μπω σε μια σήραγγα γεμάτη φως..
Και αγάπη.