Monthly Archives: May 2013

Το Στοίχημα

Image

Φλωρεντία, 16 Ιουλίου 1998

Το ρολόι έδειχνε μεσημέρι. Μια τελευταία στάση έμεινε. Μπολόνια και μετά είμαι μόνος μου. Εγώ και οι αντοχές μου. Οι αντοχές μου στα πάντα.

Ο Μηνάς θα με φιλοξενούσε κάποιο διάστημα μέχρι να έβρισκα δουλειά. Με είχε συστήσει σε ένα φίλο του αρχιτέκτονα το προηγούμενο καλοκαίρι που είχε έρθει στην Αθήνα για διακοπές, ο οποίος έχει γραφείο στην Φλωρεντία και είχαμε κανονίσει συνάντηση.

Μ’ αρέσει όταν ταξιδεύω σε ξένη χώρα. Είναι αυτή η απόλυτη ανωνυμία που σε κάνει να νοιώθεις ελεύθερος, ικανός να ζήσεις και να απολαύσεις ακόμα και την παραμικρή λεπτομέρεια του καινούργιου σου τόπου, του άγνωστου.

Και ξαφνικά, σαν απρόσμενη παραίσθηση, σαν καλοκαιρινή μπόρα, έρχονται τα πάνω κάτω και δεν σκέφτεσαι το δύσκολο ίσως μέλλον και τα βιοποριστικά προβλήματα που πιθανόν θα παρουσιαστούν, παρά αφήνεσαι στις στιγμές που θα έρθουν και βυθίζεσαι στην κινούμενη άμμο, ανακαλύπτοντας τα περίεργα μονοπάτια αυτού του πράγματος που λέγεται έρωτας.

Την θυμάμαι. Μαζί βγάλαμε τα εισιτήρια από τον Σταθμό Σεντράλε στο Μιλάνο. Ο αέρας ήταν πολύ δυνατός εκείνη την μέρα και έτσι η πρώτη μας επαφή, ήταν όταν κυνήγαγα το εισιτήριο που μου έφυγε από τα χέρια σε όλη την αποβάθρα σαν τρελός. Πέφτοντας πάνω της με ατσαλοσύνη, αντίκρισα το πρώτο της βλέμμα. Καθαρό, σαν την πιο μαγευτική θάλασσα, ευθυτενές, έμπλεο εμπειριών έτοιμο να σε υποδεχτεί για ταξίδι. Καστανόξανθα, κυματιστά μαλλιά, που έπεφταν τέλεια πάνω στο αδύνατο αλλά με ένταση κορμί της.

Τελικά το εισιτήριο το έπιασα, παρόλο που στην συνέχεια το μετάνιωσα..

Μας χώριζαν τρία βαγόνια της υπερπολυτελούς ταχείας αμαξοστοιχίας.
Καθ’ όλη την διάρκεια του ταξιδιού, σηκώθηκα τουλάχιστον 2-3 φορές για να πάω τάχα μου στο μπάρ, ώστε να περνάω από μπροστά της. Φανταζόμουν να ήμουν οι σελίδες από το βιβλίο που διάβαζε ώστε να είχα συνεχώς αυτά τα μάτια κολλημένα επάνω μου.

Είχα γίνει λίγο υπερβολικός!

Ήταν ωραία πάντως… η υπερβολή.

«Έχεις σκεφτεί τι θα γινόταν αν έχανες το εισιτήριο;».  Σηκώνοντας το κεφάλι την είδα στην απέναντι θέση.

«Εε;». Απάντησα με το ύφος του πιο βλάκα τουρίστα που ταξίδευε εκείνη τη στιγμή στη γη…

«Έχεις αναρωτηθεί ποτέ αν τα πράγματα που συμβαίνουν στην ζωή μας τα ελέγχουμε εμείς οι ίδιοι;». Συνέχισε αυτή.

Ήταν η στιγμή που έπρεπε να ξυπνήσω!
Να δραστηριοποιηθώ και να σταματήσω να την κοιτάω σα χάνος..

«Εσύ έχεις αναρωτηθεί ότι σε σκέφτομαι συνεχώς από την ώρα που έπεσα πάνω σου στην αποβάθρα;». Απάντησα επιβλητικά, κρύβοντας την αδυναμία μου μπροστά στα μάτια της..

«Ναι. Το σκέφτηκα! Μετά την τρίτη βόλτα από το βαγόνι μου, δήθεν ότι πας στο μπαρ, αναρωτήθηκα αν είσαι Έλληνας όπως  πίστευα και σκέφτηκα ότι μπορεί να κάνεις καλό σεξ..

«Λουκάς»

«Μαρία, χαίρω πολύ»

«Και για πες, τι άλλα ξέρεις για μένα;»

Το μπαράζ ερωταπαντήσεων συνεχίστηκε μέχρι την Μπολόνια. Στην πορεία ξεγυμνωθήκαμε…

Την ρώτησα και για το τατουάζ που διέκρινα στον καρπό της..

«Είναι ένα χελιδόνι. Μ’ αρέσουν τα χελιδόνια γιατί μ’ αρέσει κι εμένα να ταξιδεύω το φθινόπωρο. Γενικά μου βγάζουν μια ελευθερία»

Όσο πιο πολύ μιλάγαμε τόσο πιο πολύ άνοιγε το κουτί με τα προσωπικά μας.   Ήταν πολύ μυστήρια ύπαρξη. Ήταν δημοσιογράφος σε μια τοπική εφημερίδα του Ναυπλίου όπου και ζούσε τα τελευταία πέντε χρόνια. Κατέβαινε στην Φλωρεντία και θα έφευγε για Σιένα αφού είχε αναλάβει ένα άρθρο για την επαρχία της Τοσκάνης. Εγκατέλειψε την Αθήνα μετά τον επεισοδιακό χωρισμό με τον άντρα της, όταν ανακάλυψε ότι διατηρούσε σχέση με μία πολύ μικρότερη συνάδελφό του. Από τότε, έχει αφιερωθεί στην δουλειά της, αναθεωρώντας την άποψή της για τον γάμο, τις σχέσεις και τον έρωτα.

Είχε γνώμη για τα πάντα. Επιχειρηματολογούσε για διάφορα θέματα με αυτοπεποίθηση και στήριζε τις απόψεις της με παραδείγματα από την ζωή της και διάφορα τσιτάτα μεγάλων φιλοσόφων και ανθρώπων του πνεύματος. Με κοίταγε με τα μεγάλα μάτια της, κάνοντάς με να την ερωτεύομαι όλο και πιο πολύ.. Κάποιες φορές όμως ήταν πολύ επίμονη στις απόψεις της που σε εκνεύριζε.

Κάπως έτσι φτάσαμε στο μοιραίο..

«Δεν υπάρχει έρωτας. Ο έρωτας είναι μια ιδέα που νομίζουμε ότι τον ζούμε, αλλά στην ουσία μας ταλαιπωρεί και μας διαλύει στο τέλος»

«Νομίζω είσαι υπερβολική. Δεν έχεις ερωτευθεί δηλαδή;»

«Ναι. Αλλά δεν έπρεπε. Πλέον ελέγχω πότε θα ερωτευθώ και πότε όχι. Είναι ένα παιχνίδι. »

«Μα τι λες; Αυτά δεν τα κανονίζεις. Έρχονται από μόνα τους»

«Πας ένα στοίχημα;»

«Τι εννοείς;»

«Μπορώ να σε κάνω να με ερωτευτείς. Να ζήσουμε αυτόν τον περίφημο έρωτα που λες, με το που κατέβουμε από αυτό το τρένο. Να αφεθούμε και ότι προκύψει! Δέχεσαι;»

IMG_2117

Είχε περάσει ένας μήνας. Ένας μήνας που δεν κάναμε τίποτε άλλο από το γυρνάμε στην πόλη της Αναγέννησης, να πίνουμε κρασιά, να τρώμε σαλάμια και τυριά , να αγκαλιαζόμαστε, να φιλιόμαστε, να κάνουμε σεξ και να ερωτευόμαστε. Ή τουλάχιστον να ερωτεύομαι..

Είχε συνεννοηθεί με την δουλειά ότι θα αργήσει να επιστρέψει, αλλά θα τους αντάμειβε με μπόλικο υλικό όταν γύρναγε.

Τα πρωινά, εγώ πήγαινα στο γραφείο και έκανα δουλειές του ποδαριού για αρχή, μέχρι το μεσημέρι που τελείωνα και έτρεχα να την βρω μέσα στην πόλη ή κάπου στα περίχωρα και μέχρι να μας πιάσει το βράδυ, κάναμε βόλτες και ερωτευόμασταν!

Είχα νοικιάσει προσωρινά μια ετοιμόρροπη σοφίτα κοντά στο Ντουόμο και μέναμε εκεί.

Είχα αποβάλλει τελείως την σκέψη του στοιχήματος. Κοιταζόμασταν στα μάτια και βλέπαμε πραγματικά ο ένας τον άλλο.

Μέχρι που μια μέρα, τελειώνοντας από το γραφείο, δεν την έβρισκα στο τηλέφωνο. Δεν συναντηθήκαμε πουθενά. Πριν νυχτώσει, γύρισα σπίτι και λείπανε όλα της τα πράγματα. Αντίκρισα μόνο ένα ποτήρι με το μισοτελειωμένο γάλα της, που έπινε κάθε πρωί, ένα στρωμένο κρεβάτι, κάμποσα τριαντάφυλλα που της είχα πάρει κάποτε σκορπισμένα στο πάτωμα και μια απαίσια ησυχία που μου υποδείκνυε την ήττα μου…

Prego..!!

Αθήνα, 24 Σεπτεμβρίου 2012.

Έχει αρχίσει και βρέχει..

Κάθομαι σ’ ένα καφέ στην Ομήρου και περιμένω κάτι αρχιτεκτονικά σχέδια από έναν πελάτη για μια καινούργια δουλειά.
Λένε, ότι ο χρόνος, η πέτρα και ο λόγος δεν γυρνάνε πίσω..
Κοιτάω έξω από το τζάμι την βροχή και ξαφνικά μου έρχεται στο μυαλό εκείνη η καλοκαιρινή καταιγίδα που μας είχε πιάσει έξω από Παλάτι των Μεδίκων και μου έλεγε πόσο της άρεσε η μυρωδιά του χώματος στα πρωτοβρόχια…

υ.γ (γραμμένο για τον 3ο Διαγωνισμό διηγήματος ΛογωΤέχνης)

Advertisements